Σωτήρης Γλυκοφρίδης: Η “μπουρδελότσαρκα του Σωκράτη”

Άρθρο του Σωτήρη Γλυκοφρύδη
Κάποτε κυκλοφορούσε στην αγορά των Αθηνών ένας τύπος μάλλον κοντός και άσχημος, πλακουτσομύτης και με μεγαλούτσικη κοιλιά, ντυμένος με φθαρμένα ρούχα και συνεχώς ξυπόλυτος, που τον λέγανε Σωκράτη. Ο φίλος μας αυτός είχε ένα καλό, ήταν γλυκύτατος ομιλητής, αλλά είχε κι ένα κακό, ήταν δηκτικός σε σημείο που δυσαρεστούσε συχνά τους άλλους. Όταν έβλεπε κάποιον να κάνει τον μεγαλοσχήμονα κ;ι τον καμπόσο, τον πλησίαζε και μέσα από τη μαιευτική του μέθοδο τον άφηνε στη μέση του δρόμου τσίτσιδο, να ομολογεί την άγνοιά του. Και αυτό δημιούργησε την αντιπάθεια πολλών συμπολιτών του. Θα μπορούσα να μιλάω ώρες για αυτόν τον μεγάλο, συμπαθή, γλυκό, και απόκρυφα κυνικό φιλόσοφο, αλλά θα σταθώ μόνο σε μια ανθρώπινη πτυχή του, που δείχνει τη δύναμη του λόγου. Το κείμενο προέρχεται από το από το 11ο κεφάλαιο του Γ΄ βιβλίου των απομνημονευμάτων του Ξενοφώντα, υπό τον τίτλο «Σωκράτης και Θεοδότη». Το αποδίδω κατά τη σύγχρονη εκδοχή.
Σωκράτης και Θεοδότη
…Κάποτε, έπεσε «σύρμα» στο Σωκράτη και την παρέα του ότι έκανε το ντεμπούτο της μια νεαρή και πολλά υποσχόμενη εταίρα, η Θεοδότη, και αποφάσισαν να πάνε να την δούνε. Ο Σωκράτης λοιπόν και η παρέα του, που ήταν, ο φίλος του Αντισθένης, κατοπινός ηγέτης της κυνικής σχολής και δάσκαλος του Διογένη, ο γλύπτης Απολλόδωρος, παιδικός φίλος του από παλιά που λάξευαν μαζί μέχρι πρόσφατα τα μάρμαρα στη μετόπη του Παρθενώνα, και δυο μαθητές του Σωκράτη, οι βοιωτοί Κέβης και Σιμίας, σύνολο δηλαδή 5 νοματαίοι. Φθάνουν σπίτι της, κάπου στα Μεσόγεια, και τη βλέπουν να κάθεται στον κήπο, να τη ζωγραφίζει ένας ζωγράφος και θεραπαινίδες γύρω της να την θεραπαινεύουν. Η Θεοδότη βλέποντας τον κακομούτσουνο και ξυπόλυτο Σωκράτη, τους αγνοεί επιδεικτικά, μέχρι που ανοίγει το στόμα του. Παρακολουθείστε τη στιχομυθία:
Ο Σωκράτης, τη στιγμή που η νεαρή ντεμπυτάντ του εταιρισμού τους έχει ¨φτύσει,¨ αποτείνεται στους φίλους του.
– Αγαπημένοι μου φίλοι, μήπως είναι πιο σωστό η οπτασία που βλέπουνε τα μάτια μας και μας ευχαριστεί αυτό, να την ευχαριστήσουμε κι εμείς;
– Χμ, ναι, ναι, βέβαια…» μουρμούρισαν οι ¨εντιμότατοι¨ φίλοι. Και εκείνος συνεχίζει…
– Για να την ευχαριστήσουμε όμως πρέπει να την ωφελήσουμε, και για να γίνει αυτό πραγματικότητα πρέπει να την αναφέρουμε όσο το δυνατόν σε περισσότερο άνδρες. Για να είμαστε όμως πειστικοί, πρέπει να είμαστε αληθείς, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να μας επιτρέψει να την προσεγγίσουμε, να αγγίξουμε αυτά που βλέπουμε, και να φύγουμε από εδώ όσο το δυνατόν περισσότερο ευχαριστημένοι. Δηλαδή, να μας αφήσει να την κανακέψουμε για του λόγου μας το αληθές, και να αποδεχθεί το κανάκεμά μας.
Η Θεοδότη, που στο μεταξύ είχε ξεμπερδέψει με το ζωγράφο, ¨τσίμπησε¨ και είπε:
– Εν τάξει, θα σας επιτρέψω, γιατί αφού εσείς θέλετε το καλό μου, φυσικό είναι κι εγώ να σας παράσχω καλοσύνη.
Ο Σωκράτης, βλέποντάς την πολυτελώς ενδεδυμένη, και γενικώς παρατηρώντας τη χλίδα που υπήρχε γύρω της, τη μάνα της και τις υπηρέτριες όλες πλουσιοπάροχα ντυμένες, κάνοντας το βλάκα, συνεχίζει…
– Πες μου, αλήθεια, Θεοδότη, για να αρχίσω την προσέγγιση, έχεις κάποια σπίτια, χωράφια ή δούλους τεχνίτες που σου επιτρέπουν τη δυνατότητα να ζεις με αυτό τον τρόπο;
– Όχι, δεν έχω τίποτα από αυτά, γιατί όταν κάποιος γίνεται φίλος μου, με ευεργετεί γι’ αυτό το λόγο. Έτσι κερδίζω τη ζωή μου.
– Πράγματι, αυτό που κάνεις είναι πολύ πιο αποδοτικό από το να έχεις ένα κοπάδι πρόβατα, βόδια ή κατσίκες. Αλλά πώς το καταφέρνεις; Το αφήνεις στην τύχη να γίνει κάποιος φίλος σου ή έχεις κάποιο συγκεκριμένο τρόπο, μηχανεύεσαι δηλαδή κάποιο τέχνασμα ειδικό για κάθε περίπτωση;
– Όχι, δεν μηχανεύομαι τίποτε, ούτε έχω κάποιο τέχνασμα.
– Είσαι δηλαδή σαν τις αράχνες που υφαίνουν έναν ιστό και ότι πέσει μέσα, μύγες και κουνούπια; Καλά, δεν είσαι επιλεκτική; Δεν ρυθμίζεις εσύ τα πράγματα όπως τα θέλεις;
– Και τί να κάνω;
– Καλά, δεν βλέπεις ότι όσοι είναι κυνηγοί χρησιμοποιούν για κάθε θήραμα διαφορετικό τρόπο; Για παράδειγμα, αυτοί που κυνηγούν λαγούς έχουν ειδικά σκυλιά, άλλα για την ημέρα και άλλα για τη νύχτα. Επίσης, γνωρίζοντας τα περάσματα των λαγών στήνουν κατάλληλα καρτέρια τα δίχτυα τους ώστε οι λαγοί να πέφτουν μέσα. Το κάθε πράγμα θέλει και την κατάλληλη τεχνική.
– Κι εγώ, τί δίχτυα έχω; Ποια είναι τα δίχτυα μου;
– Ένα και μόνο δίχτυ έχεις, καλή μου, και μάλιστα είναι πολύ όμορφα πλεγμένο. Είναι το κορμί σου. Μέσα όμως σε αυτό υπάρχει η ψυχή, η οποία πρέπει να σε καθοδηγεί στο τι θα κάνεις για να το αξιοποιήσεις.
– Δηλαδή;
– Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το πως θα ευχαριστείς αυτόν που έχει σκοπό την απόλαυσή του. Και να τον φροντίζεις να είναι φίλος σου για να σε φροντίζει. Όμως, όχι με τα λόγια, αλλά με τα έργα κτίζονται οι φιλίες, οι οποίες μάλιστα είναι τόσο πιο αρραγείς όσο οι φίλοι μένουν αμφότεροι ευχαριστημένοι. Και αυτό συμβαίνει όταν προσφέρεται ο ένας στον άλλον, αγνά και φυσικά.
– Μα το Δία, Σωκράτη, τίποτε από αυτά δεν κάνω…
– Και όμως, είναι πολύ σημαντικό στη φιλία ο ένας να προσφέρεται ο στον άλλον, αγνά και φυσικά. Γιατί με την αδιαφορία, το ζόρι και τον εξαναγκασμό δεν χτίζονται φιλίες, ούτε μπορείς να διατηρήσεις φίλους, ενώ με το δόσιμο, την ευχαρίστηση και την ηδονή, ακόμα και ένα θηρίο μπορεί να το κάνεις να μένει δίπλα σου και να σε παραστέκει. Έτσι δεν είναι;
Ναι, βέβαια, έχεις δίκιο, Σωκράτη…
– Επομένως, Θεοδότη μου, πρέπει να αποζητάς την φιλία αυτών που έχουν τη διάθεση να γίνουν φίλοι σου για να σε βοηθήσουν, και να νοιάζεσαι γι’ αυτούς, και να τους το ανταποδίδεις, κάνοντας με τη σειρά σου σε αυτούς ευεργεσίες, και μάλιστα με το πάρα πάνω. Γιατί οι έτσι φίλοι θα μείνουν πάρα πολύ καιρό κοντά σου, και θα σου προσφέρουν με τη σειρά τους ακόμη μεγαλύτερες ευεργεσίες. Και θα τους έθελγες με τον καλύτερο τρόπο σε αυτό, αν τους προσέφερες τις υπηρεσίες σου όταν είναι στην ανάγκη, όπως φίλος παραστέκεται σε φίλο ασθενή. Γιατί μη υπαρχούσης της ανάγκης, τις χάρες σου δεν θα τις εκτιμήσουν, πολύ δε περισσότερο όταν δεν είναι πεινασμένοι. Γιατί στον χορτάτο κι αν του δώσεις φαγητό, μέχρι και αποστροφή αυτό μπορεί να του προκαλέσει».
– Και τι να κάνω, πώς μπορώ να προκαλέσω το ενδιαφέρον, την πείνα, στους υποψήφιους φίλους μου;
– Γλυκιά μου, είναι πολύ απλό. Κατ’ αρχάς δεν πρέπει να προσφέρεσαι αλλά ούτε να προκαλείς αυτούς που είναι χορτασμένοι. Και όταν προκαλείς αυτούς που πρέπει, οφείλεις να συμπεριφέρεσαι ανάλογα, δηλαδή, από τη μια να φαίνεσαι ότι θέλεις να ενδώσεις και από την άλλη να ξεγλιστράς μέχρι να σε επιθυμήσουν όσο γίνεται περισσότερο. Γιατί έτσι θα υπερέχουν αυτά που θα δίνεις, ενώ αν τα δίνεις διαφορετικά θα έχουν μικρή ανταποδοτικότητα, και δεν θα πιάνουν τόπο.
– Πράγματι, μιλάς πολύ σωστά, Σωκράτη. Πες μου, αλήθεια, θα ήθελες να με βοηθήσεις στο κυνήγι της απόκτησης φίλων;
– Ίσως, Θεοδότη μου, εάν με τη σειρά σου με πείσεις ότι αξίζει αυτός ο κόπος.
– Και τι να κάνω; πώς να σε πείσω;
– Κοίταξε καλή μου, εσύ θα ψάξεις να βρεις τον πιο κατάλληλο τρόπο, αν πράγματι έχεις την ανάγκη μου.
– Εν τάξει, Σωκράτη, μπορείς να έρχεσαι στο σπίτι μου και να με επισκέπτεσαι ελεύθερα, κι εγώ θα κάνω το καλύτερο για να στο ανταποδώσω.
Το ¨τούβλο¨ εννοούσε την ανταλλαγή υπηρεσιών σε είδος. Θα περίμενε κάποιος πως ο Σωκράτης πέτυχε το σκοπό του. Όμως δεν σταματά εδώ, πάει να της πάρει και το ¨βρακί¨. Και αυτό τον κάνει πραγματικά μεγάλο. Οπότε συνεχίζει…
– Ξέρεις Θεοδότη μου, μου είναι πολύ δύσκολο να σε αναλάβω, γιατί είμαι πολύ πιεσμένος σε χρόνο. Είμαι πνιγμένος από τις πολλές δημόσιες υποχρεώσεις και από υποθέσεις φίλων που δεν μου επιτρέπεται να τους εγκαταλείψω. Γιατί πολλοί έρχονται από μακριά για να τους αναλάβω, να τους μάθω κόλπα μαγικά, τσιριτσάντσουλες και τερτίπια.
– Μπά, ξέρεις και από τέτοια, Σωκράτη;
– Μα Θεοδότη μου, γιατί νομίζεις ότι δεν ξεκολλάνε από κοντά οι φίλοι μου, οι οποίοι ειρήσθω εν παρόδω είναι πολύ αξιόλογοι άνθρωποι, όπως από εδώ ο Απολλόδωρος και ο Αντισθένης που δεν με αφήνουν να κάνω βήμα, μα κι ο Κέβης και ο Σιμίας που έρχονται από τη Θήβα; Αυτά τα πράγματα δε γίνονται χωρίς κόλπα μαγικά, τσιριτσάντζουλες, και ανάλογα τερτίπια».
– Μάθε μου κι εμένα μερικά, Σωκράτη, και για του σου λόγου σου το αληθές να θέλξω πρώτα εσένα.
– Θα κάνω ότι μπορώ, Θεοδότη μου, αλλά ξέρεις, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι σωστό να έρχομαι εγώ σε εσένα, αλλά εσύ που μου το ζητάς πρέπει να έρχεσαι σ’ εμένα. Αυτό δεν είναι το σωστό;
– Έχεις δίκιο, Σωκράτη, εγώ πρέπει να έρχομαι σπίτι σου, σε παρακαλώ μόνο να με δέχεσαι.
– Και βέβαια θα σε δέχομαι, Θεοδότη μου, αρκεί να μην έχω μέσα κάποια πιο αξιαγάπητη από εσένα.
——————————
Θα έδινα τη μισή μου τεχνολογία για ένα απόγευμα με το Σωκράτη¨, είπε κάποτε ο ιδρυτής της Apple, o Steve Jobs. Eγώ δεν ξέρω τι θα έδινα για να βρεθώ εκείνο το απόγευμα μαζί του στο Συμπόσιο που περιγράφει ο Πλάτωνας. Να έβλεπα τον Αγάθωνα μαζί με το Σωκράτη να λέει ο πρώτος το αμίμητο ¨θα πάντα μπορεί να κάνει ο θεός εκτός μια από τα ίδια¨. Και να μπαίνει ο Αλκιβιάδης, που παρότι κινείτο το νίκαγε ή το πήδαγε, να κάνει τη γνωστή σκηνή ζηλοτυπίας, λέγοντας πως ποτέ δεν τον έχει αγκαλιάσει ο Σωκράτης αλλά του φέρθηκε σαν πατέρας. Και ο άνθρωπος αυτός, που ήταν σαν πατέρας και δάσκαλος των πάντων, κατηγορήθηκε για διαφθορέας των νέων, γιατί δίδασκε πως σημασία δεν έχει τί θα πεις αλλά πώς θα το στηρίξεις. Το ¨Πώς¨ από το « Τι» στη φύση έχει πιο μεγάλη αξία. Αυτή ήταν η παρακαταθήκη του.













