Βίλυ Κεραμά:  “…​ΕΝΔΕΔΥΜΕΝΟ ΜΕ ΤΟ ΜΑΝΔΥΑ ΤΗΣ ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ” 

0
405

Γράφει η Βίλυ Κεραμά

Κοντά δυο μήνες τώρα, κλεισμένοι στα σπίτια μας, είχαμε ν’ αντιμετωπίσουμε τον «αόρατο εχθρό», που απειλεί την οικονομική και φυσική μας επιβίωση αλλά και όχι μόνο. Δεν μας βρήκε σε περίοδο ευμάρειας και αμεριμνησίας. Οι αγωνίες μας βουνό. Για το παρόν και για το μέλλον. 

Τον καιρό του εγκλεισμού μας,η προσοχή όλων μας , ήταν στραμμένη στις εξελίξεις σχετικά με τον ιό και στο πώς θα οργανώσουμε το επόμενο βήμα μετά την καραντίνα. Με την κοινωνία λοιπόν σε περιορισμό, θρηνώντας νεκρούς, μουδιασμένη και μες στην ανασφάλεια, η κυβέρνηση θεώρησε τη συγκυρία πρόσφορη, για να περάσει ένα νομοσχέδιο για την παιδεία, που μόνο καλό δε θα φέρει στα παιδιά και τις οικογένειές τους, στους εκπαιδευτικούς και στην κοινωνία την ίδια. 

Γιατί άραγε μέσα σ αυτήν την ταραχή κι όχι αργότερα; Ήταν τόσο επείγον; Ή ήταν ακριβώς η ιδανική συγκυρία για να μην μπορέσει να γίνει μια κανονική διαβούλευση, για να μην μπορούν να βγουν απ τα σπίτια τους και ν αντιδράσουν εκπαιδευτικοί και γονείς και για να ψηφιστεί, με υποβιβασμένη σημασία, στη σκιά του πρωταγωνιστή απειλητικού ιού; 

Τα μέτρα έχουν ενδυθεί το μανδύα της αξιοκρατίας και της βελτίωσης του εκπαιδευτικού έργου. «Τα επιβάλλουν οι σύγχρονες ανάγκες», είπε η υπουργός παιδείας. Εννοούσε όμως, μάλλον, τις σύγχρονες ανάγκες της αγοράς κι όχι της παιδαγωγικής. Πρόκειται για το ίδιο θεσμικό πλαίσιο του  ́13 – ́14 που η εκπαιδευτική κοινότητα το είχε σύσσωμη απορρίψει, γιατί το σχολείο έτσι αποκτά τεχνοκρατικό χαρακτήρα, τοξικό ανταγωνισμό και προάγει τον ατομικισμό. Θα βασιλεύει ο κοινωνικός δαρβινισμός και η γνώση θα είναι στεγνή και αφυδατωμένη από ανθρωπιστικές αξίες. Με απλά λόγια, όταν τα παιδιά εκπαιδευτούν – κακοποιηθούν ψυχολογικά – από μικρά, να κάνουν «ό,τι απαιτείται» για να διακριθούν και να ανελιχθούν και, γιατί όχι, να πατήσουν κι επί πτωμάτων, εφόσον το περιβάλλον θα είναι πολύ ανταγωνιστικό και μόνο το «σκληρό παιχνίδι» θα αποδίδει, οι ανθρωπιστικές αξίες θα μοιάζουν να ανήκουν σε μια ουτοπία. Η παιδεία όμως πρέπει να εξυψώνει τον άνθρωπο… 

Οι ανθρωπιστικές αξίες, που στη σχολική πραγματικότητα την οποία θα διαμορφώνει το νομοσχέδιο θα υποβιβάζονται με έναν τρόπο σε “soft skills” – χρηστικές δηλαδή κοινωνικές δεξιότητες -, θα είναι μέσον και όχι σκοπός (για να γίνουν ίσως τα παιδιά μια μέρα καλοί μάνατζερ), χωρίς να θεωρούνται βασικοί αξιακοί πυλώνες της κοινωνίας… Τα “hard skills”, οι γνωστικές δεξιότητες – ικανότητες, δείχνουν να είναι το βασικό ζητούμενο που τα “soft skills” θα πρέπει να υπηρετήσουν. Όμως εμείς οι δάσκαλοι ξέρουμε καλά πως το βασικό ζητούμενο είναι η ολόπλευρη ανάπτυξη του παιδιού, με κριτική σκέψη, δημιουργικότητα, χειραφέτηση, ισορροπημένη ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη ΚΑΙ γνώσεις. Δυστυχώς, κανένα τέτοιο παιδαγωγικό επιχείρημα δεν εντόπισα στο νομοσχέδιο. Μάλλον γιατί τέτοια νομοσχέδια δε γίνονται σύμφωνα με τις ανάγκες της παιδικής ψυχής και με το όραμα μιας καλύτερης, πιο ανθρώπινης κοινωνίας, αλλά με γνώμονα τις απαιτήσεις της αγοράς. 

Είναι τόσα τα σημεία που βρίσκουν απέναντι τον εκπαιδευτικό κόσμο και την παιδαγωγική την ίδια, που δε γίνεται να τα αναφέρω όλα. Μα δεν μπορώ, ως δασκάλα τμήματος ένταξης, να μη σχολιάσω πικρά το ότι η ειδική αγωγή είναι σαν να μην υπάρχει ,καθώς δεν προβλέπεται καμιά αναδιάρθρωση που θα είναι προς όφελός της. Όσο για την αύξηση των μαθητών ανά τμήμα, δεν γίνεται να μην πω ότι υπάρχουν πια, σε καθένα 

τουλάχιστον δυο τρία παιδιά που εμπίπτουν στην ειδική αγωγή και που χρειάζεται ν ́ ασχοληθεί μαζί τους ο εκπαιδευτικός της τάξης, όσο το δυνατό περισσότερο εξατομικευμένα. Πώς θα μπορέσει να στηρίξει αυτά τα παιδιά ο εκπαιδευτικός λοιπόν, αν του περιορίζεται ακόμα περισσότερο ο χρόνος να ασχοληθεί μαζί τους; Πώς θα μπορέσει να υλοποιήσει διαφοροποιημένη διδασκαλία, με όλο και περισσότερα εμπόδια; Είναι κοινή λογική – και όχι μόνο για τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες – ότι η ποιότητα της διδασκαλίας είναι αντιστρόφως ανάλογη με την αύξηση του αριθμού των μαθητών. Αλλά είπαμε. Κοινωνικός δαρβινισμός: Οι πιο ικανοί μαθητές θα τα καταφέρουν. Οι άλλοι θα μείνουν πίσω. Οι εμπνευστές του νομοσχεδίου δε δείχνουν να νοιάζονται ούτε για τη μειονότητα των μαθητών της ειδικής αγωγής, αλλά ούτε και για τους πολλούς που εκπροσωπούνται απ’ τον μέσο μαθητή. Νοιάζονται μόνο για την αριστεία των λίγων. 

Γιατί, όμως, επιθυμεί τώρα η κυβέρνηση αύξηση του ορίου των μαθητών ανά τάξη, ενώ πέρσι είχε ψηφίσει στη βουλή υπέρ της μείωσης; Μα πέρσι, πλησίαζαν οι εκλογές και δεν έπρεπε να φανούν οι αληθινές προθέσεις της, που ήταν να περιοριστούν όσο γίνεται τα χρήματα που διατίθενται για τη δημόσια παιδεία και να υποστηριχθεί η ιδιωτική. Αν ψηφιστεί το νομοσχέδιο, τότε σίγουρα, όπως ξανασυνέβη πριν λίγα χρόνια, θα δημιουργηθούν υπεραριθμίες ,κι έτσι αναπληρωτές συνάδελφοι θα μείνουν άνεργοι και πάλι, μόνιμοι συνάδελφοι θα φεύγουν απ’ τα σχολεία τους ψάχνοντας κάποια άλλη θέση, ακόμα και σε μακρινές από την κατοικία τους περιοχές (πχ. διαδρομή Μαρούσι – Ελευσίνα), και κάποιοι μαθητές θα αναγκάζονται να αφήνουν το σχολείο τους και να πηγαίνουν στο πλησιέστερο που δε θα έχει εξαντλήσει το όριο μαθητών και θα έχει τη δυνατότητα να τους δεχτεί. Πώς να μη σκεφτεί κανείς τα εκατομμύρια που έχουν διατεθεί πρόσφατα απ’ την κυβέρνηση προς διάφορες κατευθύνσεις και να μην αγανακτήσει που για την παιδεία έχουν σχέδια άκρας λιτότητας… Πώς να μη θυμώσει, βλέποντας τους τεράστιους μισθούς των golden boys απ τη μια και απ’ την άλλη τις περικοπές που επιλέγει να κάνει, εκεί που θα έπρεπε να χρηματοδοτήσει και να στηρίξει…Πόση απογοήτευση… 

Μα τα κακά του νομοσχεδίου αυτού δεν τελειώνουν. Έρχονται και οι αξιολογήσεις! Οι αξιολογήσεις που δεκαετίες μένουν στα χαρτιά, αλλά, όπως έγινε και το  ́13 και το  ́14, επανέρχονται ανά περιόδους – και κάθε φορά όλο και πιο πιεστικά – για να φέρουν μεγάλες και επιζήμιες, για τους πολλούς, ανατροπές στην παιδεία. Εξωτερική αξιολόγηση αρχικά. Τα σχολεία θα αξιολογούνται( μεταξύ των αξιολογητών θα είναι φορείς και άτομα άσχετα με την επιστήμη της παιδαγωγικής) και ενδεχομένως μια μέρα θα κατατάσσονται σε κατηγορίες, σύμφωνα κυρίως με τις επιδόσεις των μαθητών, αλλά και με άλλους παράγοντες (διοίκηση, εκπαιδευτικό προσωπικό). Απ’ την εμπειρία που έχουμε στην Αμερική (όπου εφαρμόζεται τις τελευταίες δεκαετίες), το Ηνωμένο Βασίλειο και από άλλες χώρες – της Ευρώπης και όχι μόνο – γνωρίζουμε, σε γενικές γραμμές, ότι τα σχολεία που καταφέρνουν να έχουν μαθητές με υψηλό σκορ επιδόσεων στα μαθήματα, χρηματοδοτούνται υψηλότερα από αυτά που δεν πετυχαίνουν αυτούς τους στόχους. Αν δεν καταφέρουν να «βελτιωθούν», μετά από κάποιες ευκαιρίες που τους δίνονται, μπορεί να καταλήξουν όχι μόνο σε πολύ χαμηλή χρηματοδότηση, αλλά και στο να κλείσουν! Στην Αμερική, όχι μόνο οι σύγχρονοι κοινωνιολόγοι της παιδείας αλλά και άνθρωποι του ίδιου του συστήματος, γνωρίζουν και παραδέχονται ότι αυτό το σύστημα της εξωτερικής αξιολόγησης έχει στην πραγματικότητα αποτύχει. Τα σχολεία κατατάσσονται σε Α και Β κατηγορίας, γεγονός που συνδέεται με έντονο κοινωνικό διαχωρισμό και κατηγοριοποίηση με βάση κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά κριτήρια. 

Κάποιες απ’ τις χώρες που εφαρμόζουν την εξωτερική αξιολόγηση λογοδοτούν στις αγορές (Ηνωμένο Βασίλειο, Ολλανδία, Βέλγιο κ.α). Εκεί, τα αποτελέσματα της αξιολόγησης δημοσιοποιούνται και οι γονείς μπορούν να επιλέξουν τα σχολεία της καλύτερης κατάταξης. Αυτό το σύστημα αξιολόγησης ολοφάνερα πυροδοτεί δυναμικές παρόμοιες μ ́ αυτές των αγορών. Αποδοτικότητα και ανταγωνιστικότητα: έννοιες– κλειδιά για τη λειτουργία των σχολείων. Σε άλλες χώρες πάλι, τα σχολεία λογοδοτούν στην κυβέρνηση για την επίδοσή τους. (Γαλλία, Κύπρος, Τουρκία κ.α.). Σ’ αυτήν την περίπτωση υπάρχουν κυρώσεις για τα σχολεία που δε πετυχαίνουν το επιθυμητό “σκορ” και η διάθεση των πόρων μπορεί να γίνει ανάλογα με τους σχετικούς δείκτες. Υπάρχουν, τέλος, και ενδιάμεσα μοντέλα με μεικτά χαρακτηριστικά, όπως της Ιταλίας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Πολωνίας κ.α. 

Η εξωτερική αξιολόγηση γίνεται, υποτίθεται, για να εντοπιστούν οι αδυναμίες των σχολείων, ώστε στη συνέχεια αυτά να βοηθηθούν να τις αντιμετωπίσουν. Όμως, εν τέλει, ο νεοφιλελευθερισμός υποβαθμίζει τα σχολεία, όπου κι αν βρίσκονται, σε πεδία όπου επικρατούν οι άγριοι νόμοι της αγοράς. Το να έχουν χαμηλή επίδοση οι μαθητές ενός σχολείου κυρίως σχετίζεται με τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δεδομένα της οικογένειας και της περιοχής αλλά και με γεωγραφικά δεδομένα (ορεινές και απομακρυσμένες περιοχές). Όσο πιο χαμηλοί είναι οι δείκτες σ’ αυτούς τους καθοριστικούς τομείς τόσο πιο πολλά εμπόδια θα έχουν οι μαθητές να υπερβούν. Το σημείο εκκίνησής τους είναι πιο χαμηλά από το σημείο που εκκινούν παιδιά από πιο προνομιούχα περιβάλλοντα. Τιμωρούνται όμως οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί και μαζί και η διοίκηση πολλές φορές, γιατί χρεώνονται αυτοί το ότι το σχολείο δεν είναι επαρκώς ανταγωνιστικό. Έτσι, αντί τα σχολεία των ασθενέστερων περιοχών να ενισχυθούν περισσότερο από άλλα – καθώς επιτάσσει μια εκπαίδευση ανταποκρινόμενη στην αντισταθμιστική της ηθική, κοινωνική αποστολή, που θα αμβλύνει τις ανισότητες και θα δίνει πραγματικές, ίσες ευκαιρίες σε όλα τα παιδιά – με την εξωτερική αξιολόγηση, τελικά, θα τιμωρούνται, αναπαράγοντας και ενισχύοντας έτσι τις υπάρχουσες ανισότητες. Το σχολείο δε θα ναι ένα ταξίδι στη γνώση και στην εμπειρία που εξελίσσει το παιδί. Δάσκαλοι και μαθητές θα τρέχουν αγχωμένοι να φτάσουν τους “στόχους”. Στις περιόδους των αξιολογητικών εξετάσεων, η σχολική ζωή θα εγκλωβίζεται μέσα σ’ αυτές, βάζοντας στην άκρη τα υπόλοιπα μαθήματα, στα οποία δε θα εξετάζονται οι μαθητές. Ο ανταγωνισμός πολύς και οι διαγκωνισμοί συχνοί. Στρες και ανασφάλεια. Οι εκπαιδευτικοί δε θα μπορούν πια να δουλέψουν με έμπνευση, στοχασμό, δημιουργικότητα και αξιοπρέπεια. Οι μαθητές δε θα έχουν ευκαιρίες για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, η κριτική τους ικανότητα δε θα καλλιεργείται, δε θα χειραφετούνται, έτσι ώστε καθώς θα μεγαλώνουν να αυτοκαθορίζονται και να συμβάλλουν ενεργά στο κοινωνικό γίγνεσθαι, έχοντας για όραμα μια κοινωνία δημοκρατική, με δικαιοσύνη και ανθρωπιά. 

Όλα αυτά θα συμβαίνουν στη νέα τάξη πραγμάτων, δηλητηριάζοντας τη σχολική ζωή. Η πολιτεία θα  ́χει εκπέσει απ το ρόλο του «γονέα» που φροντίζει τα παιδιά του εξίσου. Διαφαίνεται δηλαδή ο κίνδυνος το κράτος, βαθμιαία, να απαλλάξει τον εαυτό του από την υποχρέωση να χρηματοδοτεί και να στηρίζει όλα τα σχολεία, σύμφωνα με τις ανάγκες τους, κι ας μην γίνονται στο νέο νομοσχέδιο σχετικές αναφορές σε αυτήν την πρόθεση. Οι εκθέσεις του ΟΟΣΑ (2011 και 2017) για το ελληνικό εκπαιδευτικό ζήτημα – οι δείκτες της επίδοσης των ελληνόπουλων σε γλώσσα και μαθηματικά ήταν κάτω απ’ το όριο, σαν να λέμε “κάτω απ τη βάση” – ασκούν πίεση για την υιοθέτηση κεντρικών τεστ αξιολόγησης για τους μαθητές, τα οποία θα λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση των σχολείων και των εκπαιδευτικών. Την ίδια στιγμή που η κοινωνική ανισότητα στην Ελλάδα, συνεχίζει να αυξάνεται. Αξιολόγηση με αύξηση των μαθητών ανά τμήμα, με συνεχή μείωση των 

κονδυλίων, χωρίς διορισμούς των εκπαιδευτικών που έχουν ανάγκη τα σχολεία για να λειτουργήσουν σωστά και χωρίς συστηματική και αποτελεσματική επιμόρφωση των ήδη διορισμένων. Η αξιολόγηση θα είχε ένα νόημα, μόνο αν ο στόχος ήταν αληθινά να εντοπιστούν οι δυσκολίες των σχολείων και στη συνέχεια αυτά να βοηθηθούν (με σεμινάρια για υιοθέτηση καλών πρακτικών, ενίσχυση με παραπάνω προσωπικό για ενισχυτικές διδασκαλίες, με καλύτερο εξοπλισμό κλπ)· μόνο αν γινόταν το εργαλείο διάγνωσης για την αντιμετώπιση θεμάτων της σχολικής χρηματοδότησης, του μεγέθους των σχολικών τάξεων, της εφαρμογής κοινωνικών αντισταθμιστικών προγραμμάτων κλπ. Μα η εμπειρία μάς λέει πως η εξωτερική αξιολόγηση καταλήγει τιμωρητική για τους αδυνάμους. Γινεται η επιβράβευση των αρίστων, των λίγων, αδιαφορώντας για τους πολλούς και ρίχνοντας ακόμα πιο πίσω αυτούς που δυσκολεύονται. 

Στην Ευρώπη, όμως, δεν υπάρχουν μόνο οι χώρες που ευθυγραμμίστηκαν με τις υπαγορεύσεις του ΟΟΣΑ, για αποδοχή και ενσωμάτωση της κουλτούρας της αξιολόγησης. Υπάρχει και το φωτεινό παράδειγμα του φινλανδικού σχολείου, όπου εδώ και τριάντα χρόνια δεν εφαρμόζεται καμία αξιολόγηση και επιθεώρηση. Οι εκπαιδευτικοί έχουν χρόνο να επικοινωνούν, να συνεργάζονται και να βλέπουν πώς διδάσκουν οι συνάδελφοί τους, ώστε να υιοθετούν τις καλές πρακτικές, γιατί το φινλανδικό εκπαιδευτικό σύστημα επενδύει στην επαγγελματική αξιοπρέπεια και στον κοινωνικό σεβασμό, στην πλήρωση των ψυχικών αναγκών της παιδικής ηλικίας και στην ολόπλευρη ανάπτυξη των παιδιών. Ιδιωτικά σχολεία στη Φινλανδία δεν υπάρχουν. Τα δημόσια είναι όλα πολύ ψηλού επιπέδου. Δεν υπάρχουν υποβαθμισμένα σχολεία. Οι μαθητές φοιτούν αισθητά λιγότερες ώρες απ τα ελληνόπουλα, χωρίς μελέτη στο σπίτι και οι επιδόσεις τους, είναι από τις υψηλότερες παγκόσμια. 

Η αξιολόγηση, λοιπόν, δεν είναι μονόδρομος για να αναβαθμιστεί το εκπαιδευτικό έργο, όπως έχει εκτιμήσει η κυβέρνηση και θέλει να πείσει και την κοινωνία. Με άλλα μέσα επιτυγχάνεται αυτό – αν πραγματικά ένα κράτος το επιθυμεί – κι όχι με εξετασιοκεντρισμό, με ανταγωνιστικότητα και ελεγκτικότητα . Και φυσικά όχι με τιμωρητικότητα … 

Βίλυ Κεραμά 

Ειδική Παιδαγωγός
Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης
Facebook Comments