Δελτίο Πολιτικής Ανάλυσης και Εκτίμησης του Δικτύου

 

 625_EB34A2CF-C0D1-FE26-D5B3-451BD6E5F098Τα πιθανά και τα ..ανέφικτα σενάρια για την πορεία προς τις κάλπες με ορόσημο την λήξη του τρέχοντος δανειακού προγράμματος, η …μεταδοτική αγάπη προς την πολιτική της λιτότητας στο γερμανικό ΥΠ.ΟΙΚ. και η ακροβασία του Ε. Μακρόν για φυγή προς τα εμπρός είναι τα θέματα του τρέχοντος Δελτίου

Τα σενάρια των πρόωρων εκλογών

Η συζήτηση για τις πρόωρες εκλογές είναι μία συνήθεια του δημόσιου διαλόγου. Θεμιτή εν μέρει γιατί η Ελληνική πολιτική σκηνή έχει δώσει αρκετές φορές στο παρελθόν τροφή για εκλογολογία, αρκετά όμως, προβληματική ως προς τις συνέπειες στην απρόσκοπτη λειτουργία της Κυβέρνησης. Οι εξελίξεις και οι προεκτάσεις τους είναι ακόμα αδιαμόρφωτες.

Το Δελτίο παρουσιάζει τα πιθανά σενάρια. Κάποια δεν είναι εφικτό να εκπληρωθούν και κάποια είναι αρκετά πιθανό:

  • Πολιτικός ορθολογισμός. Εκλογές πριν από τη λήξη του Μνημονίου.

Το σενάριο που θα αποτελούσε το απαύγασμα του πολιτικού ορθολογισμού σε μία ανορθολογική πολιτική σκηνή.  Η Κυβέρνηση αν επέλεγε το σενάριο αυτό θα έπρεπε να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές το πρώτο εξάμηνο του 2018, παρουσιάζοντας στους πολίτες τις προεκτάσεις της λήξης του τρίτου Μνημονίου τον Αύγουστο και τις επιλογές που ανοίγονται μετά.  Τα κόμματα θα παρουσίαζαν στους πολίτες το σχέδιο τους και η χώρα θα άφηνε πίσω της πολιτικά και σημειολογικά την μνημονιακή εποχή, ανοίγοντας μία νέα σελίδα. Δυστυχώς, πρόκειται για ανέφικτη σκέψη.

  • Πολιτικός καιροσκοπισμός. Εκλογές τέλη του 2018.

Η Κυβέρνηση επενδύει στην πιθανή «επίλυση» του ονόματος της FYROM και ζητά πολιτικά ανταλλάγματα από τους Θεσμούς και κυρίως από τη Γερμανία, ως προς την πολιτική και δημοσιονομική διαχείριση της εποχής μετά τον Αύγουστο. Το cash buffer που έχει συλλέξει στα ταμεία του Κράτους η Κυβέρνηση θα της επιτρέπει – ακόμα και αν δεν καταστεί εφικτό να μην περικοπούν οι συντάξεις- να εξομαλύνει τις περικοπές με κάποιο έκτακτο επίδομα προς τους συνταξιούχους κλπ, αναδεικνύοντας επικοινωνιακά τις πράξεις της.

  • Πολιτικός αμοραλισμός. Εκλογές το 2019.

Στο σενάριο αυτό είναι πολύ πιθανό να έχει προηγηθεί ένας ευρύς ανασχηματισμός μετά την «έξοδο» από το Μνημόνιο το 2018 με ισχυρά επικοινωνιακά χαρακτηριστικά πχ χαμηλός μέσος όρος ηλικίας Υπουργικού Συμβουλίου κλπ. Το σενάριο αυτό προϋποθέτει, επίσης, εκπλήρωση του μέρους του δευτέρου σεναρίου που προβλέπει «ανταλλαγή» της περικοπής των συντάξεων με εξελίξεις στο μέτωπο της Εξωτερικής Πολιτικής. Ιδιαίτερα πιθανό είναι στο σενάριο αυτό να ενταχθεί και η ανακίνηση δικαστικών υποθέσεων που η Κυβέρνηση εκτιμά ότι θα πλήξουν τους αντιπάλους της.

Αν δεν συμπέσουν οι Εθνικές εκλογές με τις Ευρωεκλογές και μετατεθούν για πιο μετά, η Κυβέρνηση αναλαμβάνει το ρίσκο μίας στρατηγικής ήττας, προκειμένου να προκαλέσει εκ νέου εκλογές με αφορμή την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας λίγους μήνες μετά και με την απλή αναλογική, ποντάροντας στην αποτυχία και μόνο του αντιπάλου.

Απροσδιόριστος παράγοντας, όμως, του σεναρίου είναι αν και κατά πόσο οι εκλογές θα συμπέσουν με τις Ευρωεκλογές του Μαΐου ή όχι.  Αν συμπέσουν, η Κυβέρνηση σημαίνει ότι προεξοφλεί την ήττα της και στις δύο κάλπες και ποντάρει στο σενάριο της «δεξιάς παρένθεσης».  Αν δεν συμπέσουν και οι Εθνικές εκλογές μετατεθούν για πιο μετά, η Κυβέρνηση αναλαμβάνει το ρίσκο μίας στρατηγικής ήττας, προκειμένου να προκαλέσει εκ νέου εκλογές με αφορμή την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας λίγους μήνες μετά και με την απλή αναλογική, ποντάροντας στην αποτυχία και μόνο του αντιπάλου.  Στην περίπτωση αυτή όμως, η ισχυρή πιθανότητα μίας ευρείας ήττας στις Ευρωεκλογές καθιστά κατόπιν τη διακυβέρνηση αδύνατη, όπως φάνηκε και στις Ευρωεκλογές του 2014.

Η Γερμανία συνεχίζει την «σφιχτή» οικονομική πολιτική

Αλήθεια τι κρύβεται πίσω από την απόφαση του Olaf Scholz να μειώσει τις πιστώσεις του προϋπολογισμού για επενδύσεις; Το συμπέρασμά αρκετών αναλυτών είναι ότι ο Scholz μεταφέρει ανεπισήμως τον δημοσιονομικό στόχο από το “Schwarze Null” του Wolfgang Schäuble σε “Schwarze Eins” του νέου ΥΠΟΙΚ – από το δημοσιονομικό πλεόνασμα, δηλαδή, λίγο πάνω από το 0% του ΑΕΠ στο 1% του ΑΕΠ. Γερμανοί αναλυτές εκτιμούν ότι ο Scholz θέλει να περάσει στην ιστορία ως το Red Hawk, όπως τον αποκαλούν, το κόκκινο γεράκι.

Να υπενθυμίσουμε ιστορικά μιλώντας την παρατήρηση ότι το SPD υποστήριξε την πολιτική λιτότητας του Καγκελαρίου Heinrich Brüning στις αρχές της δεκαετίας του 1930, αλλά και κατά τη διάρκεια της πρόσφατης συγκυβέρνησης με το CDU.

Το συμπέρασμά αρκετών αναλυτών είναι ότι ο Scholz μεταφέρει ανεπισήμως τον δημοσιονομικό στόχο από το “Schwarze Null” του Wolfgang Schäuble σε “Schwarze Eins” του νέου ΥΠΟΙΚ – από το δημοσιονομικό πλεόνασμα, δηλαδή, λίγο πάνω από το 0% του ΑΕΠ στο 1% του ΑΕΠ. μας.

 

Το SPD ενστερνίστηκε τις κεϋνσιανές πολιτικές στη δεκαετία του 1940 και μέχρι τη δεκαετία του ’70 μόνο. Είναι πλέον εμφανές ότι η οικονομική και δημοσιονομική πολιτική που υπερισχύει στην ΕΕ και στις μεγάλες χώρες δεν αφήνει περιθώρια για ιδεολογικές αναζητήσεις του περασμένου αιώνα. Νέα εποχή, νέα προβλήματα, νέες ανάγκες, νέες προτεραιότητες.

Μήπως ο Μακρόν εγκατέλειψε τη μάχη για την μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης;

Στον Γερμανικό Τύπο μίλησε ο Patrick Artus, επικεφαλής οικονομολόγος της γαλλικής επενδυτικής τράπεζας Natixis και δήλωσε ότι ο Μακρόν παραιτήθηκε χάνοντας τη μάχη από το πείσμα της Γερμανίας να μην αποδεχθεί την ατζέντα του για τις μεταρρυθμίσεις της ευρωζώνης. Ο Artus αναφέρει ότι η ανάγκη αμοιβαίας ανάληψης κινδύνου στην ευρωζώνη παραμένει αναλλοίωτη, αλλά ο Μακρόν αποδέχεται τώρα την πολιτική πραγματικότητα, ότι αυτό δεν είναι δυνατό.

Το σχέδιο Β του Μακρόν θα επικεντρωθεί σε επενδυτικά σχέδια, κάτι που ενδεχομένως είναι το μοναδικό πρόγραμμα που θα δεχόταν η Angela Merkel. Ας είμαστε όμως, επιφυλακτικοί όταν ακούμε για επενδυτικά σχέδια. Δεδομένης της απόφασης του γερμανικού μεγάλου συνασπισμού να δοθεί προτεραιότητα στα δημοσιονομικά πλεονάσματα αντί των αναγκαίων επενδύσεων σε υποδομές, πόσο πιθανό είναι η Γερμανία να είναι γενναιόδωρη όταν πρόκειται για επενδύσεις που θα αφορούσαν άλλες χώρες;

Το σχέδιο Β του Μακρόν θα επικεντρωθεί σε επενδυτικά σχέδια, κάτι που ενδεχομένως είναι το μοναδικό πρόγραμμα που θα δεχόταν η Angela Merkel.

Ο Μακρόν παρόλα αυτά δεν θα σταματήσει να υποστηρίζει αυτό που για πολλούς συνιστά το μόνο εφικτό σχέδιο για την εξέλιξη της ΕΕ. Θέλει πραγματικές μεταρρυθμίσεις και ένα όραμα για τα επόμενα 30 χρόνια. Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στο Ααχεν όπου παρέλαβε το Βραβείο Καρλομάγνος, προειδοποίησε ότι ο γερμανικός φετιχισμός σχετικά με τις δημοσιονομικές πολιτικές και τα εμπορικά πλεονάσματα έχει κόστος για τους άλλους. Η Merkel απάντησε έμμεσα, υπενθυμίζοντας στον Μακρόν ότι ήταν μόλις 13 ετών όταν τελείωσε ο ψυχρός πόλεμος.  Ναι, υπάρχει ένας άλλος άνεμος από τότε που ο Μακρόν ανέβηκε στην εξουσία πέρυσι, μια γοητεία που είναι κατανοητή σε κάθε νέα αρχή. Τα σχόλια της Καγκελαρίου όμως, δεν άφησαν καμία αμφιβολία για το μήνυμά της. Εκείνη θέλει να είναι ο καπετάνιος.

 

* Ο Γιάννης Μαστρογεωργίου είναι Διευθυντής του Δικτύου.

* Ο Γιώργος Παπούλιας είναι Πολιτικός Επιστήμονας, συνεργάτης του Δικτύου.

 

 

Facebook Comments

Δελτίο πολιτικής ανάλυσης και εκτίμησης από το ΔΙΚΤΥΟ

k2.items.cache.24c01e452493eba0f9e741ef09a2d61a_Lnsp-732Τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις του πρώτου τριμήνου για το πολιτικό σκηνικό, πώς ο Μακρόν διατηρεί δυναμική παράλληλα με την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και πού οδηγεί η εκτίναξη του παγκόσμιου χρέους, είναι τα θέματα του νέου δελτίου ανάλυσης του ΔΙΚΤΥΟΥ.

Εκλεκτικές (κομματικές) συγγένειες και …μπαλαντέρ ψηφοφόρους καταγράφουν οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις

Η προσπάθεια αποκωδικοποίησης μιας σειράς μετρήσεων κοινής γνώμης που πραγματοποιήθηκαν πρόσφατα, αποδίδει ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα, ενδεικτικά της ρευστότητας, του ανορθολογισμού που διακρίνει πολλούς ψηφοφόρους, αλλά και εν γένει ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος τα τελευταία χρόνια.

Ευρήματα τα οποία περιορίζουν τις δυνατότητες ασφαλών προβλέψεων και ταυτόχρονα αναδεικνύουν την κινητικότητα ενός αξιοσημείωτου μέρους του εκλογικού σώματος με βάση την εξέλιξη των γεγονότων και την επικαιρότητα.

Στα βασικότερα ερωτήματα (πρόθεσης ψήφου, παράστασης νίκης κλπ) η κατάσταση παραμένει ξεκάθαρη, με παγιωμένη και ελαφρώς διευρυνόμενη την διαφορά υπέρ της ΝΔ. Ο «όψιμος» αυτός δικομματισμός ενισχύεται στις τελευταίες μετρήσεις και παραμένει ως ζητούμενο η κατάταξη των υπολοίπων κομμάτων από την 3η θέση και κάτω.

Ως μοναδική αξιοσημείωτη διακύμανση στην πρόθεση ψήφου υπογραμμίζουμε τον περιορισμό της αρχικής ενθουσιώδους εκκίνησης του Κινήματος Αλλαγής σε σχέση με τους πρώτους δύο μήνες από την εκλογή αρχηγού, παρ’ ότι στις περισσότερες μετρήσεις διατηρείται στην 3η θέση. Είναι το κόμμα που παρουσιάζει την μεγαλύτερη πτώση στα ποσοστά το τελευταίο τρίμηνο, σε ένα κατά άλλα σχετικά σταθεροποιημένο τοπίο.

Το ενδιαφέρον εστιάζεται στα επιμέρους ποιοτικά ευρήματα, τα οποία ίσως εξηγούν και τις κινήσεις των κομματικών αξιωματούχων στην επίσημη πολιτική σκακιέρα.

Ο μοναδικός δείκτης για παράδειγμα, όπου σταθερά ο ΣΥΡΙΖΑ προηγείται της ΝΔ είναι στην εμπιστοσύνη αντιμετώπισης φαινομένων διαφθοράς και διαπλοκής. Η διαφορά μπορεί να περιορίζεται στη μία ή δύο μονάδες (ανάλογα με την εταιρία), όμως είναι δηλωτικό του πεδίου που επιλέγει η κυβέρνηση να αντιπαρατεθεί με την αξιωματική αντιπολίτευση αλλά και της συνεχούς επαναφοράς σε αυτό. Επειδή, όμως, όπως έχουμε κατά καιρούς σημειώσει, η Πολιτική είναι μία κατάσταση χάους που επηρεάζεται από τις συγκυρίες, τα πρόσφατα θλιβερά γεγονότα στο ποδόσφαιρο πλήττουν το ΣΥΡΙΖΑ εκεί που πίστευε ότι υπερείχε.

Το εύλογο ερώτημα βέβαια, πως καταφέρνει το κυβερνόν κόμμα σε μόλις 3 χρόνια διακυβέρνησης να καταγράφει ποσοστά εμπιστοσύνης μόλις 1-2 μονάδων περισσότερο από μια κυβερνητική παράταξη δεκαετιών, απαντάται μάλλον από την συνολική απογοήτευση του εκλογικού σώματος απέναντι στο κομματικό σύστημα και την χαμηλή εμπιστοσύνη προς αυτό.

Μια αντίστοιχη περίπτωση «καθοδήγησης» πολιτικής τακτικής από τις ποιοτικές μεταβλητές των μετρήσεων, θα μπορούσε να αποτελεί και η πολιτική προσέγγισης μεταξύ ΠΟΤΑΜΙου και ΣΥΡΙΖΑ που καταγράφηκε και από την συνάντηση Τσίπρα-Θεοδωράκη στο Μέγαρο Μαξίμου.

Οι ψηφοφόροι του Ποταμιού σε ορισμένες μετρήσεις, εμφανίζονται ως οι πλέον αισιόδοξοι για την πορεία της Οικονομίας αλλά και για κατάσταση με την οποία πορεύεται η χώρα, σε ποσοστά μεγαλύτερα κι από τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ. Μαζί με την πλειοψηφία των ψηφοφόρων του Ποταμιού, περισσότερο αισιόδοξη ηλικιακή ομάδα εμφανίζεται αυτή των νέων (17-34), των υποαμειβόμενων και όσων εργάζονται σε επισφαλείς θέσεις εργασίας κλπ, οι οποίοι φαίνεται πως εκπροσωπούν πλέον μια γενιά προσαρμοσμένη στην κρίση, που έχει προσαρμοστεί και κοιτάζει μπροστά.

Σε απόλυτα θετική τροχιά (πλέον του 80%) έχει επιστρέψει και η εμπιστοσύνη των Ελλήνων ψηφοφόρων στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα έναντι του εθνικού νομίσματος με αξιοσημείωτο, όμως, το ποσοστό εναντίωσης στην Ε.Ε. των υποστηρικτών των δύο μεγαλύτερων κομμάτων εξουσίας. Ένας στους τρεις ψηφοφόρους του κόμματος που υπέγραψε την είσοδο της χώρα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα δηλώνει σήμερα κατά της Ε.Ε. και αντίστοιχα ένας στους δύο ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, του κομματικού σχηματισμού που δηλώνει πολιτικός απόγονος της ΕΔΑ και το ΚΚΕ Εσωτερικού που είχαν επίσης ψηφίσει την είσοδο της χώρας στην ΕΟΚ.

Σταθερά πιο …φιλικό στα ευρωπαϊκά ιδεώδη κόμμα παραμένει το Κίνημα Αλλαγής (μετρημένο είτε ενιαία, είτε ως ΔΗΣΥ-Ποτάμι). Παρά την συνένωση υπαρχόντων κομμάτων πάντως, ο σχηματισμός της κεντροαριστεράς καταγράφει ποσοστά χαμηλής συσπείρωσης (λόγω της απώλειας ποσοστών του Ποταμιού) αλλά και απώλειες προς ΝΔ πρωτίστως και ΣΥΡΙΖΑ ακολούθως μερίδας ψηφοφόρων του 2015, οι οποίοι με την ανάποδη ροή από τα δύο μεγάλα κόμματα δεν φαίνεται ακόμα να αναπληρώνονται.

Αξιοσημείωτη τέλος είναι και η θετική επιρροή του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυρ. Μητσοτάκη στους υποστηρικτές του ΚΙΝ.ΑΛ., ο οποίος αποσπά θετική γνώμη από έναν στους δύο ψηφοφόρους του με τον πρωθυπουργό Αλ. Τσίπρα να περιορίζεται σε μονοψήφιο ποσοστό δημοφιλίας στον σχηματισμό της κεντροαριστεράς.

 

Μακρόν ο γητευτής των μεταρρυθμίσεων

 

Ενώ σχεδόν σε όλη την ΕΕ όσοι προσπάθησαν κατά καιρούς να προβούν σε ριζικές και αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, ή αναγκάστηκαν ανακρούσουν πρύμναν ή υπέστησαν συντριβή, ο Γάλλος Πρόεδρος φαίνεται να έχει την ικανότητα να πείθει.

Ο Μακρόν θεωρείται σύγχρονος ήρωας, τουλάχιστον από τον ενεργό οικονομικά πληθυσμό στη Γαλλία. Το τελευταίο παράδειγμα είναι οι μεταρρυθμίσεις του σιδηροδρομικού οργανισμού.

Η δημοτικότητά του αυξήθηκε κατά 13 μονάδες στις ηλικίες 35 – 49 και κατά 8 μονάδες μεταξύ των ψηφοφόρων του François Fillon, σύμφωνα με δημοσκόπηση της μετά την ανακοίνωση της μεταρρύθμισης της εθνικής σιδηροδρομικής εταιρείας SNCF.

Η πλειοψηφία των Γάλλων (52%) πιστεύει ότι ο Μακρόν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις κυριότερες προκλήσεις της εποχής μας.

Παραμένει έως τώρα ακόμα αδύναμος σε αγροτικές περιοχές και σε τάξεις χαμηλότερων εισοδημάτων.  

Δυσθεώρητο χρέος

Το παγκόσμιο χρέος έχει φθάσει σε πρωτοφανές ρεκόρ χωρίς κανένα σημάδι τάσης μείωσης. [1]

Ενώ οι κεντρικοί τραπεζίτες προσπαθούν να εξηγήσουν το φαινόμενο των αριθμών του χρέους εκτός ελέγχου, η απάντηση δεν συνιστά και κάποιο τρομερό μυστικό.

Η άμεση κατανάλωση με την υπόσχεση αποπληρωμής κάποια στιγμή στο μέλλον έχει συνέπειες…

Το κατά κεφαλήν παγκόσμιο χρέος είναι $ 30.000!

Οι οικονομολόγοι επιμένουν ότι η οικονομική κρίση του 2007 δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί. Ωστόσο, όλα τα σημάδια της πίστωσης εκτός ελέγχου υπάρχουν. Σήμερα, οι οικονομολόγοι επαναλαμβάνουν το ίδιο, παρά το συνεχώς αυξανόμενο παγκόσμιο χρέος. Το ερώτημα δεν είναι αν η επόμενη φούσκα θα σκάσει. Το θέμα είναι πότε.

Οι υπολογισμοί είναι σχετικά απλοί. Όσο μια χώρα αυξάνει το χρέος της για να παραμείνει απλώς στην επιφάνεια και να μην καταρρεύσει, τόσο περισσότερο το αυξανόμενο χρέος θα προκαλεί αυστηρότερη πίστωση. Το επόμενο βήμα στην εξίσωση είναι μια φούσκα έκρηξης και μια οικονομική κρίση. Αυτό συνέβη το 1929, συνέβη και πάλι το 2007 και συμβαίνει τώρα.

Η προηγούμενη συμπεριφορά είναι ο καλύτερος προγνωστικός δείκτης της μελλοντικής συμπεριφοράς.

Οι πιστώσεις εκτός ελέγχου θα επιβραδύνουν αναμφισβήτητα την τρέχουσα οικονομική ανάπτυξη στις  ΗΠΑ. Πιθανότατα δεν θα προκαλέσει άμεση κρίση στη χώρα αλλά, κάποιες άλλες χώρες μπορεί να μην είναι τόσο τυχερές.

Χώρες όπως η Κίνα, το Βέλγιο, η Νότια Κορέα, η Αυστραλία και ο Καναδάς αντιμετωπίζουν μια πρωτοφανή πιστωτική φούσκα, με ελάχιστα συστήματα για τον έλεγχο της.

Πριν από το 2007, η παγκοσμιοποίηση, η ανταλλαγή, δηλαδή, αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ χωρών, ήταν στο υψηλότερο επίπεδο. Έκτοτε, η παγκοσμιοποίηση έχει περιοριστεί. Οι αναδυόμενες χώρες, που επωφελούνται από την παγκοσμιοποίηση, έχουν αυξήσει το βιοτικό τους επίπεδο και τα φτηνά αγαθά δεν περνούν πλέον τα σύνορα με την ίδια ζήτηση. Οι χώρες θεσπίζουν προστατευτικά μέτρα για την δική τους οικονομίας.

Η μάχη των δασμών που ξεκίνησε ο Ντ. Τράμπ, μαζί με τις αυξανόμενες γεωπολιτικές εντάσεις, θα επηρεάσει αρνητικά την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη, ενώ το παγκόσμιο χρέος θα εξακολουθήσει να αυξάνεται.

Η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει επί του παρόντος περιορισμένη αύξηση της παραγωγικότητας. Οι λόγοι για αυτό είναι διάφοροι και εκτείνονται από τη γήρανση του εργατικού δυναμικού, τις μειωμένες επενδύσεις, τις παραμελημένες υποδομές και τη γενική αβεβαιότητα ως προς τον τρόπο επίλυσης αυτών των προβλημάτων.

Για να αποφευχθεί μια παγκόσμια κρίση, οι ηγέτες των G20 πρέπει να δράσουν.

Η έμφαση στις επενδύσεις είναι η μόνη που μπορεί να οδηγήσει στην αύξηση της παραγωγικότητας που με τη σειρά της θα δημιουργήσει την παγκόσμια επανεκκίνηση που είναι απαραίτητη για την εξομάλυνση του τρέχοντος αυξητικού κύκλου του χρέους. Έμφαση στις επενδύσεις που φέρνει μαζί της η 4η Βιομηχανική Επανάσταση με αιχμή την υψηλή τεχνολογία, τις νέες υποδομές, την αναμόρφωση του μοντέλου παραγωγής.

 

Γιάννης Μαστρογεωργίου                                                                  Γιώργος Παπούλιας Διευθυντής Δικτύου                                                                           Πολιτικός Επιστήμονας,                                                                                                      συνεργάτης Δικτύου

 

 

[1] https://www.bloomberg.com/news/articles/2018-01-05/global-debt-hits-record-233-trillion-but-debt-to-gdp-is-falling

Facebook Comments

Δελτίο πολιτικής ανάλυσης και εκτίμησης από το ΔΙΚΤΥΟ

Δελτίο Πολιτικής Ανάλυσης κι Εκτίμησης (αρ. 57)

Οι πολιτικές προεκτάσεις της – λανθασμένης εκτίμησης – της Κυβέρνησης για το Σκοπιανό, τα γενέθλια της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, ο δρόμος προς το υβριδικό «μεταμνημόνιο», είναι τα βασικά θέματα του νέου δελτίου πολιτικής ανάλυσης και εκτίμησης του ΔΙΚΤΥΟΥ.

 

Πίσω από τις λέξεις

Η υπόθεση ονομασίας της ΠΓΔΜ απασχολεί την ελληνική κοινή γνώμη αισίως από το 1992. Είναι ένα μείζον θέμα εξωτερικής πολιτικής της χώρας που συντίθεται από ενδογενή στοιχεία άσκησης πολιτικής και τον διεθνή παράγοντα.

Στην εξωτερική πολιτική ορίζονται τέσσερα επίπεδα άσκησης της:

  • Το ατομικό, δηλαδή, η προσωπικότητα και η ιδεολογία των βασικών δρώντων
  • Το συλλογικό, δηλαδή, κοινωνία, κόμματα, ΜΜΕ, Εκκλησία, κλπ
  • Το κρατικό, δηλαδή, το πολιτικό σύστημα, οι θεσμοί μίας χώρας, η οικονομική και στρατιωτική ισχύς και
  • Το διεθνές σύστημα, δηλαδή, το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί η χώρας ως προς τις άμεσες εθνικές της προτεραιότητες πχ ΕΕ, ΝΑΤΟ

Η χάραξη στρατηγικής στην εξωτερική πολιτική πρέπει να λαμβάνει υπόψιν όλες τις παραπάνω παραμέτρους και να δομείται στο πλαίσιο των υπολογισμών κόστους – οφέλους. Σήμερα, δεν μπορεί κανείς να εγγυηθεί ότι εξετάστηκαν αναλυτικά και οι τέσσερις.

Το πιο σημαντικό όμως, είναι η στρατηγική μίας χώρας να είναι νομιμοποιημένη στο εξωτερικό και στο εσωτερικό.

Η συνάρτηση της παράλληλης νομιμοποίησης όπως πλέον εξελίσσεται η κατάσταση δεν βγαίνει…μπορεί η Κυβέρνηση στο διεθνές διπλωματικό πεδίο να διατηρεί και να καλλιεργεί την εικόνα της θετικής πρόθεσης, αλλά στο εσωτερικό πεδίο το παιχνίδι χάθηκε πριν καν ξεκινήσει.

Σε αυτό έπαιξαν ρόλο οι 3 πρώτοι από τους 4 ανωτέρω παράγοντες άσκησης της εξωτερικής πολιτικής. Η διεθνιστική ιδεολογία του ΣΥΡΙΖΑ υπερίσχυσε με  αλαζονικό τρόπο των παραδοσιακών δεδομένων στην εθνική γραμμή, η κοινωνία και οι υπόλοιποι κοινωνικοί δρώντες υποβαθμίστηκαν ως προς την βούληση παρέμβασης. Ο ΣΥΡΙΖΑ για πρώτη ουσιαστικά φορά εδώ και καιρό, δεν διάβασε σωστά τις προθέσεις της κοινής γνώμης για ένα θέμα που είναι εδώ και χρόνια παγιωμένες και αναλλοίωτες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν «διάβασε» σωστά τις διαθέσεις της κοινής γνώμης. Εν αντιθέσει με τους προηγούμενους κομβικούς σταθμούς των τελευταίων ετών (δημοψήφισμα, εκλογές Σεπτεμβρίου 2015) όπου ο ΣΥΡΙΖΑ θελημένα ή όχι αδιάφορο, διάβασε καλύτερα τις τάσεις της κοινής γνώμης, τώρα έπεσε στην παγίδα της «διαχειριστικής υπερεκτίμησης», με άλλα λόγια, υποεκτίμησε τις πιθανές αντιδράσεις της κοινής γνώμης, υπερεκτιμώντας την παθητικότητα εναντίον της Κυβέρνησης από το 2015 και μετά σε σύγκριση με το τι συνέβαινε στο άμεσο παρελθόν.

Λάθος εκτίμηση όμως. Το 2008 επ’ αφορμή της τότε διπλωματικής ανακίνησης του θέματος η κοινή γνώμη ήταν σχεδόν στο ίδιο σημείο με σήμερα ως προς το θέμα της ονομασίας. Δημοσκόπηση της Public Issue της 10ης Οκτωβρίου 2008[1].

Η έρευνα αυτή κατέδειξε ότι η πλειοψηφία της κοινής γνώμης εμφανιζόταν αρνητική απέναντι στη νέα ονομασία «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», εκφράζοντας αρνητικά συναισθήματα στο ενδεχόμενο αποδοχής της από την ελληνική κυβέρνηση . Ταυτόχρονα, όμως, διαπιστώνεται και η αυξανόμενη, σε σύγκριση με προηγούμενες χρονικές στιγμές, αισιοδοξία που διακατέχει την πλειοψηφία των Ελλήνων περί της δυνητικής δικαίωσης της χώρας στην υπόθεση των Σκοπίων.

Παράλληλα, οι χειρισμοί κυβέρνησης και αντιπολίτευσης λαμβάνουν υψηλότερα ποσοστά αποδοχής σε σχέση με το παρελθόν, κάτι που δεν αποτυπώνεται σήμερα στην κοινή γνώμη. Εκείνη δυστυχώς, η παρακαταθήκη της εθνικής γραμμής απωλέσθη σήμερα, εν πολλοίς εξαιτίας της κυβερνητικής μικροπολιτικής να προκαλέσει ρήγμα στα άλλα κόμματα με αφορμή ένα ζήτημα εξωτερικής πολιτικής.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η τακτική «ανασκαφής» στις δηλώσεις του παρελθόντος από τα κόμματα, δεν βοηθά στην καλλιέργεια κλίματος εθνικής συναίνεσης. Αναζωπυρώνει τις ισοπεδωτικές στάσεις των πολιτών απέναντι στο πολιτικό σύστημα και υποδαυλίζει τα πάθη των ακραίων.

 

Γενέθλια με δύσκολη προοπτική

Το ΔΙΚΤΥΟ συμμετείχε στην εορταστική εκδήλωση για τα 10 λειτουργίας του FEPS (Foundation of European Progressive Studies), του οποίου αποτελεί το πιο ενεργό μέλος από την Ελλάδα.

Καλές οι γιορτές, αλλά δύσκολές οι προοπτικές του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού ή αλλιώς της προοδευτικής σκέψης στην Ευρώπη.
Σχεδόν παντού στην Ευρώπη, τα σοσιαλδημοκρατικά και σοσιαλιστικά κόμματα χάνουν την υποστήριξή τους: πέρυσι, το γερμανικό SPD βίωσε ένα ιστορικά κακό αποτέλεσμα στις βουλευτικές εκλογές. Τα δε αδελφά κόμματα στη Γαλλία, τις Κάτω Χώρες και την Τσεχία έχουν βυθιστεί ακόμη και σε μονοψήφια ποσοστά.
Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία αγωνίζεται για την πολιτική της επιβίωση: από το 2000 το μερίδιο ψήφου που της αναλογεί μειώθηκε σε 15 από τις 17 χώρες, όπως δείχνουν οι δύο πίνακες:

Σε προηγούμενο Δελτίο μας έχουμε υπογραμμίσει κατά τη γνώμη μας τις αιτίες της πτώσης που συνιστούν παράλληλα και αδυναμίες ανάκαμψης της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Οι νέες συνθήκες παραγωγής πλούτου που δεν θυμίζουν πλέον σε τίποτε το παραδοσιακό μοντέλο του Φορντισμού, η αδυναμία κάλυψης των κοινωνικών αναγκών μιας δημογραφικά γερασμένης Ηπείρου και οι τεχνολογικές αλλαγές στην απασχόληση που δημιουργούν πιο γρήγορα απολύσεις από προσλήψεις, είναι οι βασικές αιτίες.

Σε αυτές όμως, έρχεται να προστεθεί ένας βαθύς μετασχηματισμός της δημόσιας σφαίρας. Οι ψηφιακές επικοινωνίες μεταφέρουν ένα μεγάλο μέρος του δημόσιου λόγου στο Διαδίκτυο.

Η αρχή του μετασχηματισμού μπορεί να ανιχνευθεί πίσω από τις πρόωρες πλατφόρμες και τους διαδικτυακούς χώρους συζητήσεων των μέσων της δεκαετίας του 90 που τελικά εξελίχθηκαν σε ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης όπως το Facebook και το Twitter μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και στη συνέχεια απέκτησαν μαζική χρήση με την ευρεία υιοθέτηση έξυπνων τηλεφώνων στις αρχές του 2010. Η ψηφιοποίηση του δημόσιου λόγου ενίσχυσε τις φωνές των καλά οργανωμένων ομάδων πίεσης, προσφέροντας ταυτόχρονα έναν τρόπο να παρακάμψουν τα παραδοσιακά μέσα και να προσεγγίσουν το κοινό απευθείας.

Ο χώρος της προόδου δεν ανταπεξήλθε ισάξια με τα άκρα σε αυτό το πεδίο δράσης. Οι συγκροτημένες προοδευτικές φωνές χάνουν στο διαδίκτυο από τα τρολ των fake news και τη συκοφαντία.

Ένα άμεσο αποτέλεσμα της μεταφοράς του πολιτικού λόγου στην ψηφιακή εποχή, ήταν η μετατόπιση από τα κόμματα στις κινήσεις περισσότερο.

Τα κόμματα – και κυρίως τα προοδευτικά – που κάποτε ήταν ο αναγκαίος δίαυλος με τους πολίτες χάνουν όλο και περισσότερο την επιρροή τους, καθώς τα νέα εργαλεία επικοινωνίας επέτρεψαν στους χαρισματικούς ηγέτες να απευθύνονται άμεσα στο εκλογικό σώμα και να αναπτύσσουν γρήγορα δομές, κινηματικού χαρακτήρα,  στις οποίες θα μπορούσαν να στηριχθούν για να κάνουν το έργο που είχαν προηγουμένως γίνει από τα μέλη του κόμματος.

Σημαντικοί ηγέτες υιοθέτησαν αυτή τη νέα προσέγγιση, όπως ο Μπαράκ Ομπάμα και ο Ντόναλντ Τραμπ, που κατόρθωσαν να οργανώσουν επιτυχημένες καμπάνιες και να κερδίσουν τις υποψηφιότητες του κόμματός τους ενάντια σε παραδοσιακά ονόματα των κομμάτων τους.  Ομοίως, ο Εμ. Μακρόν στη Γαλλία, εφάρμοσε την ίδια μέθοδο για να δημιουργήσει εντελώς νέες πλειοψηφίες.

 

Υβριδικό «μεταμνημόνιο»

Η πιθανότερη εκδοχή μετά το τέλος του Μνημονίου είναι η δημιουργία ενός υβριδικού προγράμματος, απροσδιόριστης ακόμα χρονικής ισχύος, αφού στο σχεδιασμό των Θεσμών πρέπει να ενταχθεί και η πιθανότητα η χώρα να έχει αλλεπάλληλες εκλογές τα επόμενα δύο χρόνια.

Όσο όμως, αυξάνεται το πολιτικό ρίσκο – μοναδική περίπτωση ανάσχεσης των σεναρίων αστάθειας είναι η αυτοδυναμία της ΝΔ – τόσο οι Θεσμοί θα επιθυμούν να διασφαλίσουν την ομαλότητα και την απεμπλοκή από πιθανά ενδεχόμενα πολιτικής αναταραχής.

Για το λόγο αυτό το υβριδικό πρόγραμμα, κατά την εκτίμηση μας, θα περιλαμβάνει μαστίγιο και καρότο. Αυξημένη δηλαδή, εποπτεία και παράλληλα δράσεις ενίσχυσης της ανάπτυξης. Με αυτό το συνδυασμό καλλιεργείται η εκτίμηση από τους Θεσμούς ότι θα καταφέρουν να δεσμεύσουν την ελληνική Κυβέρνηση και να πειστούν έτσι οι αγορές ότι η Ελλάδα έχει ενταχθεί ανεπιστρεπτί στη νέα εποχή.
Σε αυτή την περίπτωση και οι Τράπεζες διασφαλίζουν την ομαλότητα και το ΔΝΤ θα παραμείνει ανανεώνοντας εκ νέου την παρουσία του στην ΕΕ.

Γιάννης Μαστρογεωργίου, Διευθυντής Δικτύου

Γιώργος Παπούλιας, Πολιτικός Επιστήμονας – Συνεργάτης Δικτύου

Facebook Comments

Δελτίο πολιτικής ανάλυσης και εκτίμησης από το ΔΙΚΤΥΟ, αρ.51

Η αποτύπωση των στρατηγικών κινήσεων εν όψει της διαπραγμάτευσης για την τρίτη αξιολόγηση και του κρίσιμου πρώτου εξαμήνου του 2018, καθώς και η εγχώρια πολιτική σκακιέρα είναι τα θέματα του νέου δελτίου του ΔΙΚΤΥΟΥ.

 

Η μεγάλη εικόνα

 

Η χώρα βρίσκεται σε μία ιδιόμορφη κατάσταση αισθητών αντιφάσεων. Διαθέτει μία Κυβέρνηση που υπόσχεται πράγματα που δεν τα πιστεύει (επενδύσεις, μεταρρυθμίσεις), μία οικονομία που επιδερμικά σταθεροποιείται, αλλά μόλις κανείς ξύσει την επιφάνεια ανακαλύπτει θηριώδεις οφειλές από όλους προς όλους, μία Αξιωματική Αντιπολίτευση που τεχνοκρατικά είναι η πιο άρτια που υπήρξε τα τελευταία χρόνια, αλλά πολιτικά ψάχνεται, διεθνείς εταίρους που από τη μία παρουσιάζουν μία γκρίζα εικόνα για την οικονομία (προβλέψεις Οκτωβρίου ΔΝΤ) και από την άλλη επιδαψιλεύουν διθυραμβικά σχόλια και μία κοινωνία που διαπιστώνει, αλλά μένει απαθής.

 

Μέσα σε αυτή τη μεγάλη και ιδιόμορφη εικόνα της χώρας, εξελίσσεται σταδιακά το τέλος της Β φάσης της μνημονιακής κρίσης (Α φάση 2010 -15, Β φάση 2015-18).

Ο ΣΥΡΙΖΑ ενώ έχει μετατραπεί σε συστημική δύναμη διαχείρισης και όχι ανατροπής, όχι μόνο δεν πληρώνει τα επίχειρα της προγενέστερης ρητορείας του, αλλά δέχεται σε διεθνή φόρα τα συγχαρητήρια θεσμικών παραγόντων για την οβιδιακή του μετάλλαξη και την υπεράσπιση των μνημονιακών υποχρεώσεων της χώρας.

 

Αρκούν όμως οι διπλωματικές αβρότητες; Όχι. Η οικονομία βρίσκεται στη μέγγενη βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων κινδύνων. Οι βραχυπρόθεσμοι είναι η έλλειψη βούλησης για σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Αυτές είναι που δίνουν ώθηση στην οικονομία και την αναπτυξιακή διαδικασία.

Οι μακροπρόθεσμοι είναι παράγοντες και κίνδυνοι που αφορούν τη χώρα μετά το 2020 και αφορούν κυρίως τη δυσμενή δημογραφική εξέλιξη της χώρας τη στιγμή που οι παραγωγικές και αναπτυξιακές επιλογές δεν εξασφαλίζουν τις αναγκαίες επενδύσεις στη νέα γενιά. Από τη μία η χώρα είναι επενδυτικός προορισμός αφού οι τιμές έχουν πέσει και οι ευκαιρίες είναι πολλές, από την άλλη όμως, τα εμπόδια για τις επενδύσεις είναι ακόμα ανυπέρβλητα.

 

Η κρίσιμη χρονιά είναι…μισή. Το πρώτο εξάμηνο του 2018 είναι το πιο κρίσιμο εξάμηνο από το αντίστοιχο πρώτο του 2012. Το πρώτο τρίμηνο του νέου έτους θα φανεί σε όλη του την έκταση ότι η απαίτηση για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που δεν θα προέρχονται από την ανάπτυξη που θα προσφέρει μεγαλύτερα φορολογικά έσοδα, αλλά από υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές με την οικονομία στάσιμη  και με ταυτόχρονη αδυναμία μείωσης δημοσίων δαπανών , δεν μπορεί να διατηρηθεί επί μακρόν.. Αυτή η εξίσωση λείπει από το δημόσιο διάλογο και προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να κινηθούν οι προτάσεις των κομμάτων και των φορέων.

 

Αύγουστος 2018

 

Η καθαρή έξοδος από τα μνημόνια είναι μία τεχνητή ένεση ηθικού στην ελληνική οικονομία. Μία ευεπίφορη στις διπλωματικές και πολιτικές στοχεύσεις τακτική. Καθαρή έξοδος θα έπρεπε ήδη να έχει πραγματοποιηθεί και να έχει ήδη δημιουργηθεί ένα «μαξιλάρι» χρηματοδότησης. Το πιο πιθανό σενάριο είναι η ECCL[1] πιστωτική γραμμή, η οποία θα αποτελέσει συνέχεια του 3ου μνημονίου που τελειώνει Αύγουστο 2018.  Η ECCL θα αποτελεί ένα μηχανισμό πίστωσης υπό αίρεση και θα χορηγηθεί από τον ESM. Δηλαδή θα συμφωνηθεί, αλλά θα ενεργοποιείται όταν υπάρχουν αποκλίσεις, όταν επίσης οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων ξεπεράσουν κάποια όρια και βεβαίως η αναγκαιότητα της ECCL σχετίζεται και με τις τράπεζες.

 

ΕΚΤ, ΔΝΤ και Βρυξέλλες συγκλίνουν στην άποψη ότι εάν και εφόσον προκύψουν κεφαλαιακές ανάγκες στα stress tests του Μαΐου 2018 και με δεδομένο ότι το τρίτο πρόγραμμα λήγει Αύγουστο 2018, θα πρέπει να υπάρξει έγκαιρη μέριμνα ώστε να διασφαλιστεί ότι ο νέος κύκλος ανακεφαλαιοποίησης θα είναι επιτυχής.

 

Εάν η Ελλάδα δεν διαθέτει investment grade δηλαδή βαθμολογία που να θεωρείται επενδυτική βαθμίδα τον Αύγουστο και ταυτόχρονα δεν βρίσκεται σε πρόγραμμα στήριξης… η ΕΚΤ θα υποχρεωθεί να αποσύρει το waiver στα ελληνικά ομόλογα[2].

Η επαναφορά του waiver κατέστησε επιλέξιμα τα ελληνικά ομόλογα για πράξεις νομισματικής πολιτικής και ταυτόχρονα αύξησε τις εγγυήσεις.

Η ΕΚΤ αλλάζει ριζικά το πλαίσιο χορήγησης του ELA( emergency liquidity) και πλέον τίθενται χρονικά από 6 + 6 μήνες, δηλαδή 12, αλλά εφόσον ενεργοποιηθεί η παράταση η μηνιαία μείωση πρέπει να είναι ραγδαία.

Χωρίς πρόγραμμα η άντληση ρευστότητας από το ELA θα είναι ανέφικτη.

Η πορεία διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων NPLs και μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων NPEs βρίσκονται ξανά στο μικροσκόπιο της ΕΚΤ και του SSM. Είναι προφανές ότι η ΕΚΤ και ο SSM θα ζητήσουν ακόμη μεγαλύτερα κεφαλαιακά buffer – αποθέματα – ως δικλείδες ασφαλείας για τα προβληματικά δάνεια και προβληματικά ανοίγματα.

 

Εν Ελλάδι

 

Οι κοινωνικές δυνάμεις που στήριξαν το ΣΥΡΙΖΑ έχουν εξανεμιστεί. Οι δημοσκοπικές δυνάμεις που συγκρατεί ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνουν αξιοσημείωτη αντοχή.

Αυτό συμβαίνει γιατί έχει μεγαλώσει πολύ η «γκρίζα ζώνη» των πολιτών που βιώνουν τη δύσκολη καθημερινότητα όντας πλέον απαθείς για την πολιτική κατάσταση.

Η στασιμοχρεωκοπία στην οποία βρίσκεται η χώρα, έχει οδηγήσει σε στασιμότητα και το πολιτικό σύστημα. Στις αρχές της κρίσης η πολιτικοποίηση των πολιτών υπήρξε έντονη. Κινήματα, δράσεις, συζητήσεις και αναζητήσεις έφεραν την πολιτική στο προσκήνιο. Από εκεί ξεπήδησαν και τα πάσης φύσεως κινήματα αντίδρασης. Η πολιτικοποίηση υπήρξε κατακόρυφη. Τώρα μετά την απογοήτευση από τις έωλες υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ οι πολίτες ιδιωτεύουν μέσα στην απαιτητική καθημερινότητα…

Οι λόγοι όμως που το πολιτικό σύστημα δεν παράγει κύματα κινητοποίησης, είναι πιο ουσιαστικοί. Ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί διμέτωπο αγώνα. Δίνει ψήγματα σταθερότητας στη χειμαζόμενη ελληνική επιχειρηματική τάξη και χρυσώνει το χάπι των φόρων με κοινωνική ηρεμία. Από την άλλη αναβαπτίζεται ιδεολογικά στα νάματα της αριστεροσύνης του παρελθόντος (του) μέσα από πρωτοβουλίες όπως η αλλαγή φύλου, η κάνναβη κλπ.

Η διμέτωπη αυτή τακτική συντηρεί δημοσκοπικά τις δυνάμεις του και δίνει άνεση πολιτικών πρωτοβουλιών.

Η ΝΔ είναι η πιο τεκμηριωμένη και ορθολογική Αξιωματική Αντιπολίτευση που έχει ο τόπος μέσα στα μνημονιακά χρόνια. Αυτό όμως, δεν αρκεί. Το κόμμα δεν «ζυμώνεται» ιδεολογικά και δεν διαθέτει ακόμα το δικό του πολιτικό λεξιλόγιο,  μπροστά στα νέα προτάγματα της οικονομίας, των κοινωνικών εξελίξεων  των νέων συνθηκών, αλλα και των πολιτών που ζητούν λύση πέρα από τα κλισέ της μεταπολίτευσης

Ο ΣΥΡΙΖΑ όταν ως ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ ήταν Αξιωματική Αντιπολίτευση «θυσίαζε» τις διαφωνίες επί σοβαρών θεμάτων (θέση Ελλάδας στο Ευρώ πχ), στο βωμό την ανάληψης της εξουσίας, όπως άλλωστε επιτάσσει η θέση κάθε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Κάτι που ήταν φαινομενικά πολύ δύσκολο γιατί τότε το κόμμα διέθετε συνιστώσες που κινούνταν από την εξωκοινοβουλευτική άκρα Αριστερά μέχρι τον παλιό Συνασπισμό.

Η ΝΔ, παρά την πιο εκτεταμένη και ισχυρή ομοιογενοποίηση της σε σχέση με το ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ, εκπέμπει ενίοτε πιο ηχηρά τις διαφωνίες παρά τις προτάσεις της.

Το δεδομένο αυτό αποτελεί όπλο για το ΣΥΡΙΖΑ που προτίθεται να το χρησιμοποιεί κάθε φορά που θα προκύπτει ανάγκη και με κάθε ευκαιρία. Ο ΣΥΡΙΖΑ προτιμά να πάει κόντρα στην πλειοψηφία της κοινής γνώμης προκειμένου να προκαλέσει ρηγματώσεις στη ΝΔ, όπως έγινε με το νομοσχέδιο για το φύλο.

 

 

Γιάννης Μαστρογεωργίου                                                                  Γιώργος Παπούλιας Διευθυντής Δικτύου                                                                           Πολιτικός Επιστήμονας,                                                                                                      συνεργάτης Δικτύου

 

[1] https://www.esm.europa.eu/sites/default/files/esm_guideline_on_precautionary_financial_assistance.pdf

[2] Η δυνατότητα να γίνονται αποδεκτά από το ευρωσύστημα ελληνικά ομόλογα ως ενέχυρα

Facebook Comments

Δελτίο πολιτικής ανάλυσης και εκτίμησης από το ΔΙΚΤΥΟ

Οι εξελίξεις στην ελληνική «Κεντροαριστερά», την ΕΕ και το επενδυτικό κλίμα στην Ελλάδα,  είναι τα βασικά θέματα του νέου Δελτίου ανάλυσης του ΔΙΚΤΥΟΥ.

 

Τελευταία ευκαιρία;

 

Το ΔΙΚΤΥΟ συμμετείχε πριν από ένα χρόνο στην Επιτροπή Θέσεων και Διαλόγου, μαζί με τα κόμματα και κινήσεις του ευρύτερου χώρου (από την Κεντροαριστερά μέχρι τους Φιλελεύθερους) καταθέτοντας συγκεκριμένες προγραμματικές προτάσεις μεταρρυθμιστικής πολιτικής. Σκοπός της συγκεκριμένης επιτροπής ήταν η σύνταξη ενός κοινού πορίσματος – οδικού χάρτη, που αφού καθόριζε το Πολιτικό Πλαίσιο, θα οδηγούσε στη δημιουργία ενός νέου ενιαίου φορέα. Τον ίδιο στόχο, χωρίς όμως το πολιτικό πλαίσιο, έχει και η φετινή προσπάθεια με ενδιάμεσο σταθμό την εκλογή του επικεφαλής.

Η περσινή προσπάθεια δεν καρποφόρησε γιατί δεν λύθηκε το μείζον ζήτημα που και τώρα επικρέμεται πάνω από τη διαδικασία. Αν, δηλαδή, θα προκύψει ένα νέο κόμμα ή μία ρηχή και a la carte συνομοσπονδία κομμάτων, όπως πχ ήταν το ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ.

Και τότε, όπως και τώρα, είχαμε υπογραμμίσει ότι και οι διαδικασίες και η ειλικρινής πρόθεση προς τη δημιουργία ενός νέου κόμματος, θα κρίνουν το τελικό αποτέλεσμα.

Και τότε, όμως, όπως και τώρα και οι διαδικασίες και η βούληση ως προς το στόχο δεν έχουν μεταβληθεί ριζικά.

Το ζητούμενο δεν έγκειται μόνο στο αδιάβλητο της διαδικασίας, αλλά τι ακριβώς σημαίνει εκλογή αρχηγού σε ένα ομοσπονδιακό μόρφωμα; Σε όλες τις μετρήσεις της κοινής γνώμης τα τρία τελευταία χρόνια, η μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων που δηλώνουν ότι ανήκουν στον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, ζητούν ένα νέο κόμμα. Εάν δεν υπάρξουν ξεκάθαρες απαντήσεις και δεσμεύσεις, πριν από την ψηφοφορία, στο συγκεκριμένο ζήτημα, τότε το όλο εγχείρημα αφορά την εκλογή απλώς ενός προσώπου, που θα αναζητά ρόλο την επόμενη μέρα, σε ένα θολό τοπίο.

Έστω, ότι ο χώρος μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ είναι εμφανής και παρέχει ικανό έδαφος για την ανάπτυξη ενός κεντρώου ή κεντροαριστερού πολιτικού σχηματισμού, ποια είναι η εναλλακτική πρόταση που αυτός μπορεί να φέρει υπό τις παρούσες «μνημονιακές» συνθήκες;

Όταν οι δεσμεύσεις της χώρας έναντι των εταίρων και δανειστών της είναι τόσο σαφείς, καθιστώντας δυσδιάκριτη τη δυνατότητα επαναδιαπραγμάτευσής τους σε βάθος, ποια μπορεί να είναι η παρεμβατική ισχύς ενός ιδεολογικά πολυποίκιλου πολιτικού σχηματισμού, το ακριβές αποτύπωμα του οποίου στο εκλογικό σώμα είναι δημοσκοπικά τουλάχιστον ισχνό;

Όταν, λοιπόν, αυτός ο νέος φορέας, επιλέγει να μην αποτυπώσει την ιδεολογική του ταυτότητα και να συσταθεί σε κόμμα, αλλά να εκλέξει επικεφαλής χωρίς σώμα, πώς θα ορίσει τον ζωτικό πολιτικό του χώρο, μέσα από κόμματα-συνιστώσες με πολύ διαφορετικές μεταξύ τους τάσεις;

Αυτό το οποίο έχει ανάγκη ο συγκεκριμένος χώρος, είναι μια καθαρή οργανωτική πρόταση για την δημιουργία του νέου κόμματος, χωρίς αστερίσκους, θολό τοπίο και προσωπικές στρατηγικές που απωθούν τους πολίτες. Μαζί με μία ολοκληρωμένη, βιώσιμη και πειστική πρόταση εξόδου από την κρίση, πάνω στην οποία θα υπάρξουν συμμαχίες για ένα αποτελεσματικό μοντέλο διακυβέρνησης, πέρα κι έξω από αυτά που ζήσαμε μέχρι τώρα.

Το πιο βασικό είναι ότι αυτός ο χώρος για να ανθίσει χρειάζεται, από τους υποψήφιους για την ηγεσία του, άλλη πρόταση, ελκυστική, με νέες εθνικές προτεραιότητες, παραγωγική ανασυγκρότηση, ανάκτηση κυριαρχίας, πολιτική αναδιοργάνωση, πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες και όχι γενικότητες. Χρειάζεται πολιτική και όχι επικοινωνία.

Οι Σκουριές και οι …σκουριασμένες επενδύσεις

Στο θέμα της εξόρυξης χρυσού στη Χαλκιδική δεν θα σταθούμε. Με αφορμή την πολυετή όμως, αυτή υπόθεση, είναι χρήσιμο να παρουσιαστεί και να υπογραμμιστεί η ανάγκη των επενδύσεων για την έξοδο από την κρίση. Να υπογραμμίζεται καθημερινά και να γίνει κτήμα όλων ότι χωρίς επενδύσεις η χώρα δεν θα ορθοποδήσει ποτέ.

Η τόνωση της εσωτερικής ζήτησης από μόνη της ούτε επαρκεί, ούτε αποτελεί  αναπτυξιακό οδηγό. Μία μεγάλη επενδυτική κινητοποίηση σε δραστηριότητες με

εξωστρέφεια, καινοτομία, οικονομίες κλίμακας και νέες θέσεις εργασίας είναι επείγουσα. Σύμφωνα με μετριοπαθείς υπολογισμούς του ΣΕΒ, για να  εξισορροπήσουμε την απο-επένδυση που έχει υποστεί η οικονομία απαιτείται ένα επενδυτικό σοκ τουλάχιστον €100 δισ. Μέχρι το 2020.

Η προσέλκυση επενδύσεων αποτελεί όμως σημείο-κλειδί για τη χώρα καθώς τα στοιχεία της AMECO δείχνουν πως η Ελλάδα παρουσιάζει με 11,7% το μικρότερο ποσοστό επενδύσεων ως προς το ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ενωση, όπου ο μέσος όρος επενδύσεων ανέρχεται στο 19,8% και στη γειτονική μας Ρουμανία φθάνει στο 24,9%. Ο συνδυασμός μάλιστα της παρατεταμένης ύφεσης και της πιστωτικής ανεπάρκειας έχει εξανεμίσει μεταξύ 2008 και 2016 το 64% των «φυσικών» επενδύσεων στην ελληνική οικονομία.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της PwC, από το 2009 ως το 2016 οι επενδύσεις ως προς το ΑΕΠ (το οποίο μειώθηκε εξάλλου στα χρόνια της κρίσης κατά 26%) στην Ελλάδα απομακρύνθηκαν από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, δημιουργώντας ένα διευρυνόμενο επενδυτικό κενό ύψους 540 δισ. ευρώ. Τα δεδομένα δείχνουν μάλιστα πως θα πρέπει άμεσα να αυξηθούν οι ετήσιες επενδύσεις για να επιταχυνθεί η ανάπτυξη καθώς οι ανάγκες της οικονομίας ως το 2022 υπολογίζονται σε 270 δισ. ευρώ, αρκετά παραπάνω από τους υπολογισμούς του ΣΕΒ, απεικονίζοντας την αναγκαιότητα μιας επενδυτικής έκρηξης τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στις υποδομές, στην κατοικία και στον αγροτικό τομέα.

Ωστόσο, οι προβλεπόμενες ροές χρηματοδότησης υπολείπονται σημαντικά των απαιτήσεων ώστε να καλυφθεί το ποσό των 270 δισ. ευρώ που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ανοδική έκρηξη την οικονομία, καθώς το κενό χρηματοδότησης υπολογίζεται στα 155 δισ. ευρώ.

Οι επενδύσεις πλέον δεν επαρκούν ούτε για τη συντήρηση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, με τις περίπου €12 δισ. (αρνητικές) καθαρές επενδύσεις ετησίως (με στοιχεία 2014) να  δυσχεραίνουν κάθε δυνατότητα στέρεας ανάκαμψης της παραγωγής. Σε αντιδιαστολή το νέο ΕΣΠΑ (πλην αλιείας) δεν ξεπερνά τα €15 δισ.

Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι οι δημόσιοι πόροι δεν επαρκούν για να καλυφθεί το κενό, οι ιδιωτικές επενδύσεις είναι μονόδρομος.

Το Δικαστήριο της ΕΕ υποστηρίζει τη μετεγκατάσταση των αιτούντων άσυλο

 

Τη στιγμή που τα ελληνικά νησιά αρχίζουν να δέχονται ξανά πιέσεις προσφυγικών ροών, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απέρριψε πλήρως τις ενστάσεις που υπέβαλε η Ουγγαρία και η Σλοβακία κατά του σχεδίου μετεγκατάστασης προσφύγων που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Σεπτέμβριο του 2015. Ως είθισται, η απόφαση αυτή επικύρωσε τη γνώμη του γενικού εισαγγελέα του δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε στα τέλη Ιουλίου.

Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δίνει στην Επιτροπή σταθερή νομική βάση για να κινήσει διαδικασίες εναντίον κρατών μελών που δεν συμμορφώνονται με την απόφαση για μετεγκατάσταση των προσφύγων, γεγονός που θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει σε πρόστιμα. Μακροπρόθεσμα, το πρόγραμμα μετεγκατάστασης των προσφύγων μπορεί να αποτελέσει τη βάση μιας πρότασης της Επιτροπής για τη μεταρρύθμιση του κανονισμού του Δουβλίνου, ο οποίος, αυτή τη φορά, θα πρέπει να ακολουθήσει μια νομοθετική διαδικασία  που θα εμπλέξει τα ευρωπαϊκά και εθνικά κοινοβούλια.

Παρά το γεγονός ότι η Σλοβακία και η Ουγγαρία έχουν το προβάδισμα στην αμφισβήτηση του καθεστώτος μετεγκατάστασης, και άλλες χώρες παραβιάζουν επίσης τις δεσμεύσεις τους για τη μετεγκατάσταση. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση προόδου της Επιτροπής για τη μετεγκατάσταση, [1] η Αυστρία, η Ουγγαρία και η Πολωνία δεν μετέφεραν πρόσφυγες ούτε από την Ιταλία ούτε από την Ελλάδα.

Συνολικά, κάτω από 25.000 πρόσφυγες έχουν μετεγκατασταθεί μέχρι στιγμής, από μια αρχικά προβλεπόμενη δέσμευση που θα ξεπερνούσε τους  98.000. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε την άνοιξη, οι αρχικές εκτιμήσεις των επιλέξιμων αιτούντων άσυλο έχουν αναθεωρηθεί προς τα κάτω, σε περίπου 33.000 από αρχική εκτίμηση των 160.000.

Όσον αφορά τη συμφωνία επανεγκατάστασης με την Τουρκία, υπάρχουν εννέα κράτη μέλη που δεν κατάφεραν να μετεγκαταστήσουν πρόσφυγες, αν και συνολικά πάνω από 17.000 έχουν μεταφερθεί.

Στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η Σλοβακία και η Ουγγαρία υποστήριζαν ότι η απόφαση του Συμβουλίου ήταν ουσιαστικά μια τροποποίηση του κανονισμού του Δουβλίνου σχετικά με τις αιτήσεις ασύλου και, ως εκ τούτου, έπρεπε να εγκριθεί με νομοθετική διαδικασία. Υποστήριξαν επίσης, ότι θα έπρεπε να είχαν συμμετάσχει τα ευρωπαϊκά και εθνικά κοινοβούλια στην υπόθεση και ότι τα συμπεράσματα του Συμβουλίου του Ιουνίου του 2015 που ζητούσαν «συναίνεση» απαιτούσαν ομοφωνία το Σεπτέμβριο, σε αντίθεση με την ειδική πλειοψηφία, ενστάσεις όμως, που απορρίφθηκαν.

 

 

 

Γιάννης Μαστρογεωργίου                                                                  Γιώργος Παπούλιας Διευθυντής Δικτύου                                                                           Πολιτικός Επιστήμονας,                                                                                                                                      συνεργάτης Δικτύου

 

 

[1]  http://europa.eu/rapid/press-release_IP-17-2104_el.htm

Facebook Comments